TRAINING - ελληνική μετάφραση - λεξικό bab.la

Sponsored

https://www.babla.gr

TRAINING - ελληνική μετάφραση - λεξικό bab.la

training {ουσ.} · εκπαίδευση ; train {ρ.} · ασκούμαι ; train {ουσ.} · αμαξοστοιχία ; training leave {ουσ.} · άδεια επαγγελματικής κατάρτισης ; house-trained {επιθ.}.

Engagement over time

Not enough history yet to show a trend.