Wiktionary

Sponsored

Wiktionary

https://el.wiktionary.org

βαρόνης

βαρόνης. Γλώσσα; Λήψη PDF; Παρακολούθηση · Επεξεργασία. Νέα ελληνικά (el) ... βαρόνης θηλυκό. γενική ενικού του βαρόνη · Τελευταία επεξεργασία 6 χρόνια πριν από ...

Engagement over time

Not enough history yet to show a trend.