Sponsored
Wiktionary
https://el.wiktionary.org
α' ενικ. έκλεισα, θα κλείσω, να κλείσω, κλείσει. β' ενικ. έκλεισες, θα κλείσεις, να κλείσεις, κλείσε. γ' ενικ. έκλεισε, θα κλείσει, να κλείσει. α' πληθ.
Not enough history yet to show a trend.