Αποτελέσματα ιστού

Sponsored

Αποτελέσματα ιστού

https://el.wiktionary.org

κλίση

κλίση θηλυκό. η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας. ※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική ...

Engagement over time

Not enough history yet to show a trend.