Αποτελέσματα ιστού

Sponsored

Αποτελέσματα ιστού

https://www.wordreference.com

canceled - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com

Κύριες μεταφράσεις. Αγγλικά, Ελληνικά. canceled (US), cancelled (UK) adj, (event: called off), ακυρωμένος μτχ πρκ. (επίσημο), ακυρωθείς μτχ ενεστ.

Engagement over time

Not enough history yet to show a trend.